Κάθε αγγλική σελίδα για τα ολλανδικά ξεκινάει από το ίδιο σημείο: οι λέξεις είναι δώρο και η σειρά τους είναι η δουλειά. Για έναν ελληνόφωνο το μισό αυτής της πρότασης δεν ισχύει, γιατί τα ελληνικά δεν μοιράζονται σχεδόν καμία λέξη με τα ολλανδικά.
Έχετε όμως και εσείς την έκπτωση, απλώς περνάει από αλλού. Την κουβαλάνε τα αγγλικά σας, τα οποία κάθε αναγνώστης αυτού του πυλώνα έχει σε καλό επίπεδο, οπότε το δώρο υπάρχει και είναι μεταχειρισμένο: δουλεύει άριστα στο χαρτί και σχεδόν καθόλου στο αυτί.
Το ένα πράγμα που έρχεται δωρεάν από τα ελληνικά
Υπάρχει ακριβώς ένα, και είναι από τα πιο διάσημα εμπόδια της γλώσσας. Το ολλανδικό g και ch είναι το ελληνικό χι, ο ήχος που κάθε αγγλόφωνος μαθητής παλεύει επί μήνες και συνήθως τον αντικαθιστά με ένα άτονο χ. Το goed, το acht και το Gogh στο όνομα του ζωγράφου βγαίνουν σωστά από ελληνικό στόμα με την πρώτη.
Ό,τι άλλο υπάρχει στην προφορά πληρώνεται. Το ui του huis δεν υπάρχει σε καμία ελληνική λέξη, και το ίδιο ισχύει για το ij και το eu, τρεις δίφθογγοι που δεν προκύπτουν από τίποτα γνωστό. Είναι λίγοι και ορισμένοι, οπότε λύνονται σε βδομάδες αν πιαστούν πρώτοι: η Ολλανδική προφορά τους βάζει σε ζεύγη.
Η έκπτωση περνάει από τα αγγλικά σας, όχι από τα ελληνικά
Οι κοινές λέξεις είναι χιλιάδες και όλες τους κοινές με τα αγγλικά και όχι με τα ελληνικά: το water, το boek, το huis, το nacht. Ο ελληνόφωνος αναγνώστης τις αναγνωρίζει μέσω μιας τρίτης γλώσσας, και αυτό αλλάζει τι μπορεί να κάνει μαζί τους.
Στο χαρτί η αναγνώριση είναι σχεδόν άμεση, γιατί το μάτι έχει χρόνο να κάνει το πέρασμα από τα αγγλικά. Στον αέρα δεν υπάρχει αυτός ο χρόνος, και οι ίδιες λέξεις προφέρονται εντελώς αλλιώς, οπότε η αναγνώριση δεν προλαβαίνει. Γι' αυτό εδώ το κενό ανάμεσα στο διάβασμα και στην ακρόαση ανοίγει νωρίς και κλείνει αργά: η Ακουστική κατανόηση ολλανδικών το πιάνει από την αρχή, και ποιες λέξεις προδίδουν είναι το Ολλανδικό λεξιλόγιο.
Ο αριθμός που κυκλοφορεί μετρήθηκε από άλλο σημείο εκκίνησης
Ο πίνακας που επαναλαμβάνει κάθε σελίδα βγαίνει από το ινστιτούτο που εκπαιδεύει αμερικανούς διπλωμάτες και ταξινομεί τις γλώσσες κατά ώρες μαθήματος. Τα ολλανδικά κάθονται στην πρώτη ομάδα, με 600 έως 750 ώρες, δίπλα στα γαλλικά, στα ισπανικά και στα σουηδικά. Τα γερμανικά είναι μία ομάδα πιο πάνω, με περίπου 900 ώρες, κυρίως εξαιτίας των πτώσεων.
Η τρίτη ομάδα, με περίπου 1.100 ώρες, έχει μέσα της τα ρωσικά, τα τουρκικά, τα χίντι και τα ελληνικά. Η τέταρτη, με περίπου 2.200 ώρες, έχει τα αραβικά, τα κινεζικά, τα ιαπωνικά και τα κορεατικά.
Το ενδιαφέρον δεν είναι η τέταρτη ομάδα, είναι ότι τα ελληνικά βρίσκονται μέσα στον πίνακα. Ο πίνακας μετράει απόσταση από τα αγγλικά, και εσείς είστε ένα από τα πράγματα που μετράει. Οι αναλογίες του παραμένουν χρήσιμες, γιατί η απόσταση ανάμεσα σε δύο γλώσσες είναι υπαρκτή όποιος κι αν τη διαβαίνει. Το απόλυτο νούμερο για τα ολλανδικά όμως προϋποθέτει ότι ξεκινάτε από τα αγγλικά, και εσείς ξεκινάτε από τα αγγλικά σας.
Η σειρά είναι γερμανική, και μόνο αυτή
Το ρήμα μπαίνει δεύτερο, και στη δευτερεύουσα πάει στο τέλος. Τα χωριζόμενα προθήματα φεύγουν και αυτά στο τέλος, ακριβώς όπως στα γερμανικά, οπότε το νόημα κλειδώνει στην τελευταία λέξη της πρότασης.
Ό,τι δεν ήρθε μαζί είναι οι πτώσεις, και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά από τον γερμανικό γείτονα: τα ολλανδικά τις έχασαν σχεδόν όλες. Έμεινε όμως το γένος, μισό και ανακατεμένο. Τα ουσιαστικά παίρνουν de ή het, τα περισσότερα παίρνουν de, και τίποτα στη σημασία δεν προβλέπει ποιο. Το ρήμα στο μεταξύ είναι απλό: ik loop, jij loopt, hij loopt, με μία μόνο κατάληξη να αλλάζει.
Υπάρχει ένα μικρό μπάλωμα για το γένος και αξίζει από νωρίς, γιατί κόβει ένα ολόκληρο κομμάτι του προβλήματος. Όλα τα υποκοριστικά σε je παίρνουν het, χωρίς εξαίρεση, και το ίδιο ισχύει για τα απαρέμφατα όταν χρησιμοποιούνται ως ουσιαστικά. Δεν λύνει το ερώτημα και το μικραίνει αισθητά.
Το αποτέλεσμα είναι ασυνήθιστο μείγμα και εξηγεί γιατί η γλώσσα δεν κάθεται πουθενά άνετα. Η αρχιτεκτονική είναι γερμανική, η μορφολογία είναι σχεδόν αγγλική, και ο ελληνόφωνος μαθητής έχει πάτημα στη δεύτερη μόνο μέσω των αγγλικών του: η Ολλανδική γραμματική τα ξεχωρίζει.
Εκεί που κολλάει: η χώρα γυρίζει στα αγγλικά ταχύτερα από παντού
Το φράγμα δεν είναι γραμματικό και δεν είναι φωνητικό. Είναι ότι στις Κάτω Χώρες σχεδόν όλοι μιλούν πολύ καλά αγγλικά και γυρίζουν σε αυτά μόλις διστάσετε, από ευγένεια και από βιασύνη. Η πρόταση που χτιζόταν δεν τελειώνει, και η επόμενη δεν αρχίζει καν.
Για τον ελληνόφωνο αναγνώστη αυτό είναι διπλά επικίνδυνο, και τον λόγο τον έχει ήδη ζήσει. Είναι ο ίδιος μηχανισμός που άφησε τα δικά του αγγλικά αδιόρθωτα επί δεκαπέντε χρόνια: όταν η άλλη πλευρά προσαρμόζεται, η διόρθωση δεν έρχεται ποτέ. Εδώ όμως προσαρμόζεται ακόμη γρηγορότερα, επειδή τα αγγλικά σας είναι αρκετά καλά ώστε η αλλαγή να μην κοστίζει τίποτα σε κανέναν από τους δύο.
Ο Φώτης, γεωπόνος σε συνεταιρισμό ακτινιδίων της Άρτας, στέλνει φορτία σε ολλανδικό διανομέα εδώ και έξι χρόνια και έχει κάνει δύο χρόνια μαθήματα. Δεν έχει τελειώσει ποτέ ολλανδική πρόταση σε κλήση: στο τρίτο δευτερόλεπτο ο συνομιλητής περνάει στα αγγλικά και η κουβέντα συνεχίζεται εκεί, ταχύτερα και για τους δύο.
Η αντιμετώπιση είναι κοινωνική πριν γίνει γλωσσική, και λέγεται με λέξεις: ζητήστε ρητά να μη γυρίσουν, στην αρχή της κλήσης. Το να το ζητήσετε είναι η δεξιότητα, όχι η ίδια η πρόταση, και είναι το πραγματικό αντικείμενο της Ομιλίας στα ολλανδικά.
Τι ανοίγετε από την Ελλάδα
Το Jeugdjournaal, το δελτίο ειδήσεων της ολλανδικής δημόσιας τηλεόρασης για παιδιά, είναι το καλύτερο δωρεάν ακουστικό υλικό της γλώσσας. Μιλάει αργά, χωρίς διάλεκτο, για πράγματα που ήδη ξέρετε από τις ελληνικές ειδήσεις, οπότε τα συμφραζόμενα δουλεύουν υπέρ σας. Αντικατέστησε το ηχητικό του βιβλίου, το οποίο ήταν ηχογραφημένο για άσκηση και όχι για ενημέρωση.
Το inburgeringsexamen και το Staatsexamen NT2 είναι τα δύο κρατικά χαρτιά και δεν κάνουν την ίδια δουλειά. Το πρώτο συνδέεται με άδεια διαμονής και υπηκοότητα, το δεύτερο είναι το ακαδημαϊκό και επαγγελματικό. Αντικατέστησαν τη βεβαίωση σχολής, πληρώνονται με τέλος ανά μέρος, και ποιο ζητάει ποιος είναι το Inburgering και NT2.
Ένα μοντέλο ως συνομιλητής αξίζει εδώ περισσότερο από ό,τι σε κάθε άλλη γλώσσα αυτού του πυλώνα, για έναν λόγο που δεν έχει σχέση με τη γλώσσα: δεν γυρίζει στα αγγλικά αν δεν του το επιτρέψετε. Αντικατέστησε την προγραμματισμένη ώρα με δάσκαλο, έχει δωρεάν επίπεδο σε κάθε μεγάλο βοηθό, και το όριό του είναι το γνωστό, ότι δέχεται προτάσεις που κανένας φυσικός ομιλητής δεν θα έβγαζε.
Το ερώτημα που μένει είναι πού αλλού πηγαίνει αυτή η δουλειά. Τα Γερμανικά μοιράζονται σχεδόν ολόκληρη την αρχιτεκτονική και προσθέτουν τέσσερις πτώσεις, ενώ τα Σουηδικά κάθονται στην ίδια πρώτη ομάδα του πίνακα και έχουν ακόμη λιγότερη μορφολογία. Πότε δύο τόσο κοντινές γλώσσες μπερδεύονται το κρατάει το Πώς μαθαίνεται μια γλώσσα.